Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

~ * ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ 1 * ~









ΘΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΤΟΜΟ* της μελέτης μας με τα ημερολόγια της γνώριμής μας κλασικής Ελλάδας και του ελληνιστικού πολιτισμού.

Μπορεί κάθε μία ελληνική πόλη και περιοχή να είχε διαφορετικό ημερολόγιο και μάλιστα ατελές σεληνιακό. Μπορεί οι ελληνικές πόλεις να μη δημιούργησαν ποτέ ένα ακριβές ηλιακό ημερολόγιο, αλλά στην Οδύσσεια των ημερολογίων που περιγράφουμε, θα ήταν παράλειψή μας να μην αναφέρουμε τις επιστημονικές προσπάθειες των σπουδαίων Ελλήνων αστρονόμων της αρχαιότητας. Ο Κλεόστρατος, ο Εύδοξος, ο Μέτωνας, ο Κάλλιππος και ο Ίππαρχος προσπάθησαν και εργάστηκαν επιστημονικά στην κατεύθυνση να συνταιριάξουν το αστρονομικά σχεδόν αδύνατο. Να συνταυτίσουν, δηλαδή, τον σεληνιακό με τον αντίστοιχο ηλιακό χρονικό κύκλο σε μεγάλες χρονικές περιόδους, όπως θα δούμε στη συνέχεια της μελέτης μας.

Επιπλέον, θα πρέπει να τονίσουμε ότι αν και οι Έλληνες δεν χρησιμοποίησαν ηλιακά ημερολόγια, εντούτοις πάλι σ’ αυτούς οφείλεται η καθιέρωση του ηλιακού ημερολογίου.

Ο Έλληνας βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Γ’ ο Ευεργέτης (279-222 π.Χ.) ήταν ο Πρώτος που υποχρέωσε το συντηρητικό ιερατείο της Αιγύπτου να διορθώσει και να συγχρονίσει το κοίλο αιγυπτιακό έτος με το αντίστοιχο ηλιακό, ασχέτως αν κοινωνικοί, θρησκευτικοί και πολιτικοί λόγοι δεν επέτρεψαν την παγίωση της πρότασής του.

Επίσης, στον Έλληνα αστρονόμο Σωσιγένη (46 π.Χ.) οφείλεται η δημιουργία του Ιουλιανού ημερολογίου, το οποίο μετά την προσαρμογή του από τον πάπα Γρηγόριο ΙΓ’ (1582 μ.Χ.) χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.

Ας γνωρίσουμε, λοιπόν, την ιστορία των ελληνικών ημερολογίων της αρχαιότητας και μέσω των χρονικών κύκλων που εισήγαγαν οι αρχαίοι Έλληνες αστρονόμοι, ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε το μεγαλείο της αστρονομικής σκέψης τους.



ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ



Ο ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ του έτους δίνεται από τον Όμηρο στην Οδύσσεια και αφορά τη μυθολογία του θεού-Ήλιου.

Κατά τον μύθο, στη νήσο Θρινακία ή Τρινακρία (αρχαία ονομασία της Σικελίας) ο θεός Ήλιος είχε 7 αγέλες βοών και 7 ποίμνια, που αποτελούνταν αντίστοιχα από 50 ζώα, τα οποία δεν αυξάνονταν ούτε ελαττώνονταν ποτέ (Ομ. Οδυσ. Μ’, 127). Η περιγραφή αυτή συμβόλιζε το έτος το οποίο —κατά τους αρχαϊκούς χρόνους— πίστευαν ότι αποτελείτο από 50 εβδομάδες, που κάθε μία είχε 7 μέρες και 7 νύχτες.

Όπως όλοι οι αρχαίοι λαοί, έτσι και οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν αρχικά πρωτογενές σεληνιακό ημερολόγιο 354 ημερών.

Ο Κηνσωρίνος (Censorinus), ο Ρωμαίος συγγραφέας του 3ου μ.Χ. αιώνα, στο έργο του «Περί Γενεθλίου ημέρας», ονομάζει τους Αρκάδες «προσελήνους» ως πρώτους από όλους τους Έλληνες που στήριξαν το ημερολόγιό τους στον συνοδικό σεληνιακό μήνα.

Ο θρύλος, όμως, αναφέρει ότι οι Αρκάδες εκαυχώντο αφ’ ενός μεν ότι η ιερή πόλις τους Λυκόσουρα κτίστηκε πριν από τον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, αφ’ ετέρου δε ότι οι ίδιοι προηγούντο και αυτής της δημιουργίας της Σελήνης. Για τον λόγο αυτόν, οι Αρκάδες ονομάστηκαν από τον Αριστοτέλη Προσέληνοι και από τους Λατίνους συγγραφείς Proselines. Ο θρύλος αυτός, βέβαια, κατά πάσα πιθανότητα στηρίζεται στο γεγονός ότι πιθανώς πρώτοι οι Αρκάδες απ’ όλους τους Έλληνες δημιούργησαν ημερολόγιο που βασιζόταν στον συνοδικό σεληνιακό μήνα. Πάντως, είναι γνωστό ότι μετά την Κάθοδο των Δωριέων στην Ελλάδα, οι Πελασγοί διατηρήθηκαν αμιγώς μόνο στην ορεινή Αρκαδία· γι’ αυτόν τον λόγο οι Αρκάδες θεωρούσαν τους εαυτούς τους γηγενείς. Έτσι, μερικές από τις αρχαιότερες παραδόσεις συνεχίστηκαν και διατηρήθηκαν στην ορεινή περιοχή της Αρκαδίας, ενώ είχαν ουσιαστικά εξαφανιστεί από την υπόλοιπη Ελλάδα.

Οι αρχαϊκές πηγές από τον ελλαδικό χώρο, όπως πήλινες πινακίδες του 13ου π.Χ. αιώνα, τα έργα του Ομήρου, του Ησίοδου κ.ά., αποκαλύπτουν τη χρήση σεληνιακών μηνών από τις ελληνικές πόλεις-κράτη.

Ο Ησίοδος αναφέρει μεθόδους υπολογισμού του έτους βασισμένες στην παρατήρηση λαμπρών άστρων. Στο έπος του «Έργα και Ημέραι» αναφέρει ως χρόνο αμητού (θερισμού) την περίοδο που το ανοικτό σμήνος των Πλειάδων ήταν ορατό με γυμνό μάτι λίγο πριν την αυγή, ενώ ως χρόνο οργώματος την περίοδο λίγο μετά την παροδική εξαφάνιση των Πλειάδων, των Υάδων και του αστερισμού του Ωρίωνα από τον ουρανό (Έργα και Ημέραι , 383-384, 614-616).

Επίσης, ο Ησίοδος συμβουλεύει τους γεωργούς να αλωνίζουν τα στάχυα όταν πρωτοεμφανίζεται ο Ωρίωνας, ένας αστερισμός που πολλοί αρχαίοι συγγραφείς θεωρούσαν ως ημερολογιακό δείκτη. Αυτό βασιζόταν στο γεγονός ότι η ανατολή του κατά τις πρωινές ώρες συνέπιπτε με την αρχή του καλοκαιριού, ενώ η ανατολή του τα μεσάνυχτα συνέπιπτε με την αρχή της συγκομιδής των σταφυλιών. Τέλος, η ανατολή του κατά τις απογευματινές ώρες υποδείκνυε ότι πλησίαζε η ψυχρή εποχή του χειμώνα.

Ο Ιπποκράτης αναφέρει τις Πλειάδες και είχε επισημάνει το ότι διαιρούσαν το έτος σε τέσσερις εποχές, που βέβαια σχετίζονταν με τη θέση του ωραίου αυτού ανοικτού σμήνους στον ουρανό. Το καλοκαίρι άρχιζε με την εμφάνιση των Πλειάδων και διαρκούσε μέχρι την ανατολή του Αρκτούρου, του λαμπρότερου άστρου του αστερισμού του Βοώτη. Το φθινόπωρο διαρκούσε μέχρι την «εσπερία δύση» των Πλειάδων, ενώ τότε ακριβώς άρχιζε ο χειμώνας, που τελείωνε την εαρινή ισημερία. Κατόπιν, άρχιζε η εποχή της άνοιξης που διαρκούσε μέχρι την ανατολή των Πλειάδων.

Ο λαός για τον προσδιορισμό των εποχών του έτους χρησιμοποιούσε ένα πλήθος

φαινομένων που παρατηρούσε στη φύση. Ο Ησίοδος αναφέρει πολλά από αυτά. Όπως

τις κραυγές των αποδημητικών γερανών, οι οποίοι προανάγγελλαν τόσο την περίοδο

του οργώματος, όσο και την έναρξη της εποχής της σποράς, την αναρρίχηση των σαλιγκαριών στα φυτά, η οποία έδειχνε το τέλος του σκαψίματος των αμπελώνων κ.ά.

Αυτή η ταυτόχρονη χρησιμοποίηση πολιτικών και «φυσικών» ημερολογίων είναι χαρακτηριστικός τρόπος υπολογισμού του χρόνου από τους αρχαίους Έλληνες. Κατά τους κλασικούς χρόνους και μετέπειτα, οι μήνες, οι ονομασίες των οποίων σχετίζονταν με τις γιορτές προς τιμήν των ελληνικών θεοτήτων και βασίζονταν στον συνοδικό σεληνιακό μήνα, άρχιζαν από τη στιγμή που πραγματοποιείτο η φάση της νέας Σελήνης. Στην αρχαία Ελλάδα, όπως είναι σήμερα γνωστό, δεν υπήρχε ενιαίο ημερολόγιο. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κατά τόπους διάφορα ημερολόγια, όπως το αττικό (αθηναϊκό), των Λακεδαιμονίων, των Βοιωτών, των Δελφών, της Δήλου, της Κρήτης, των Μακεδόνων, των Κυπρίων κ.ά.

Τα ημερολόγια αυτά δεν συμφωνούσαν γενικά μεταξύ τους, επομένως δεν συμφωνούσαν ούτε τα εορτολόγια των αρχαίων Ελλήνων.

Το αττικό έτος άρχιζε την πρώτη νουμηνία (νέα Σελήνη), μετά το θερινό ηλιοστάσιο, των Λακεδαιμονίων κατά τη φθινοπωρινή ισημερία, ενώ το Αιτωλικό άρχιζε το χειμερινό ηλιοστάσιο.

Το πιο αξιόλογο και λεπτομερές ήταν το αρχαίο αττικό ή αθηναϊκό ημερολόγιο,

το οποίο και θα μελετήσουμε αναλυτικότερα. Δεν θα παραβλέψουμε όμως τις γιορτές και τους μήνες των άλλων ελληνικών πόλεων, τους οποίους —εκτός από τον συγκεντρωτικό πίνακα που δίνουμε— θα τους μελετήσουμε λεπτομερώς είτε στους αντίστοιχους αττικούς μήνες, για όσους έχουν κάποια σχέση μ’ αυτούς, είτε στο τέλος των ελληνικών μηνολογίων κατ’ αλφαβητική σειρά.

Ας δούμε πρώτο απ’ όλα το αρχαίο αττικό ή αθηναϊκό ημερολόγιο.



ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΕΙΧΑΝ ΥΙΟΘΕΤΗΣΕΙ ένα σεληνιακό ημερολόγιο που υπολόγιζε

ότι η διάρκεια του έτους ήταν ίση με 354 ημέρες. Το έτος αυτό διαιρείτο σε 12 σεληνιακούς μήνες των 29,5 κατά μέσον όρο ημερών. Επειδή όμως οι μήνες έπρεπε να έχουν ακέραιο αριθμό ημερών, οι Αθηναίοι θεωρούσαν ότι περιλάμβαναν εναλλάξ 30 ημέρες (πλήρης μήνας) και 29 ημέρες (κοίλος μήνας). Έτσι, συμπληρωνόταν το άθροισμα των 354 ημερών (6Χ30+6Χ29 = 354 ημέρες).

Τα ονόματα των δώδεκα μηνών του πολιτικού έτους των αρχαίων Αθηναίων —και

η κατά προσέγγιση αντιστοιχία τους με τις περιόδους του σημερινού Γρηγοριανού

ημερολογίου— είναι τα εξής:





ΘΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΤΟΜΟ* της μελέτης μας με τα ημερολόγια της γνώριμής μας κλασικής Ελλάδας και του ελληνιστικού πολιτισμού.

Μπορεί κάθε μία ελληνική πόλη και περιοχή να είχε διαφορετικό ημερολόγιο και μάλιστα ατελές σεληνιακό. Μπορεί οι ελληνικές πόλεις να μη δημιούργησαν ποτέ ένα ακριβές ηλιακό ημερολόγιο, αλλά στην Οδύσσεια των ημερολογίων που περιγράφουμε, θα ήταν παράλειψή μας να μην αναφέρουμε τις επιστημονικές προσπάθειες των σπουδαίων Ελλήνων αστρονόμων της αρχαιότητας. Ο Κλεόστρατος, ο Εύδοξος, ο Μέτωνας, ο Κάλλιππος και ο Ίππαρχος προσπάθησαν και εργάστηκαν επιστημονικά στην κατεύθυνση να συνταιριάξουν το αστρονομικά σχεδόν αδύνατο. Να συνταυτίσουν, δηλαδή, τον σεληνιακό με τον αντίστοιχο ηλιακό χρονικό κύκλο σε μεγάλες χρονικές περιόδους, όπως θα δούμε στη συνέχεια της μελέτης μας.

Επιπλέον, θα πρέπει να τονίσουμε ότι αν και οι Έλληνες δεν χρησιμοποίησαν ηλιακά ημερολόγια, εντούτοις πάλι σ’ αυτούς οφείλεται η καθιέρωση του ηλιακού ημερολογίου.

Ο Έλληνας βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Γ’ ο Ευεργέτης (279-222 π.Χ.) ήταν ο Πρώτος που υποχρέωσε το συντηρητικό ιερατείο της Αιγύπτου να διορθώσει και να συγχρονίσει το κοίλο αιγυπτιακό έτος με το αντίστοιχο ηλιακό, ασχέτως αν κοινωνικοί, θρησκευτικοί και πολιτικοί λόγοι δεν επέτρεψαν την παγίωση της πρότασής του.

Επίσης, στον Έλληνα αστρονόμο Σωσιγένη (46 π.Χ.) οφείλεται η δημιουργία του Ιουλιανού ημερολογίου, το οποίο μετά την προσαρμογή του από τον πάπα Γρηγόριο ΙΓ’ (1582 μ.Χ.) χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.

Ας γνωρίσουμε, λοιπόν, την ιστορία των ελληνικών ημερολογίων της αρχαιότητας και μέσω των χρονικών κύκλων που εισήγαγαν οι αρχαίοι Έλληνες αστρονόμοι, ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε το μεγαλείο της αστρονομικής σκέψης τους.



ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ



Ο ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ του έτους δίνεται από τον Όμηρο στην Οδύσσεια και αφορά τη μυθολογία του θεού-Ήλιου.

Κατά τον μύθο, στη νήσο Θρινακία ή Τρινακρία (αρχαία ονομασία της Σικελίας) ο θεός Ήλιος είχε 7 αγέλες βοών και 7 ποίμνια, που αποτελούνταν αντίστοιχα από 50 ζώα, τα οποία δεν αυξάνονταν ούτε ελαττώνονταν ποτέ (Ομ. Οδυσ. Μ’, 127). Η περιγραφή αυτή συμβόλιζε το έτος το οποίο —κατά τους αρχαϊκούς χρόνους— πίστευαν ότι αποτελείτο από 50 εβδομάδες, που κάθε μία είχε 7 μέρες και 7 νύχτες.

Όπως όλοι οι αρχαίοι λαοί, έτσι και οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν αρχικά πρωτογενές σεληνιακό ημερολόγιο 354 ημερών.

Ο Κηνσωρίνος (Censorinus), ο Ρωμαίος συγγραφέας του 3ου μ.Χ. αιώνα, στο έργο του «Περί Γενεθλίου ημέρας», ονομάζει τους Αρκάδες «προσελήνους» ως πρώτους από όλους τους Έλληνες που στήριξαν το ημερολόγιό τους στον συνοδικό σεληνιακό μήνα.

Ο θρύλος, όμως, αναφέρει ότι οι Αρκάδες εκαυχώντο αφ’ ενός μεν ότι η ιερή πόλις τους Λυκόσουρα κτίστηκε πριν από τον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, αφ’ ετέρου δε ότι οι ίδιοι προηγούντο και αυτής της δημιουργίας της Σελήνης. Για τον λόγο αυτόν, οι Αρκάδες ονομάστηκαν από τον Αριστοτέλη Προσέληνοι και από τους Λατίνους συγγραφείς Proselines. Ο θρύλος αυτός, βέβαια, κατά πάσα πιθανότητα στηρίζεται στο γεγονός ότι πιθανώς πρώτοι οι Αρκάδες απ’ όλους τους Έλληνες δημιούργησαν ημερολόγιο που βασιζόταν στον συνοδικό σεληνιακό μήνα. Πάντως, είναι γνωστό ότι μετά την Κάθοδο των Δωριέων στην Ελλάδα, οι Πελασγοί διατηρήθηκαν αμιγώς μόνο στην ορεινή Αρκαδία· γι’ αυτόν τον λόγο οι Αρκάδες θεωρούσαν τους εαυτούς τους γηγενείς. Έτσι, μερικές από τις αρχαιότερες παραδόσεις συνεχίστηκαν και διατηρήθηκαν στην ορεινή περιοχή της Αρκαδίας, ενώ είχαν ουσιαστικά εξαφανιστεί από την υπόλοιπη Ελλάδα.

Οι αρχαϊκές πηγές από τον ελλαδικό χώρο, όπως πήλινες πινακίδες του 13ου π.Χ. αιώνα, τα έργα του Ομήρου, του Ησίοδου κ.ά., αποκαλύπτουν τη χρήση σεληνιακών μηνών από τις ελληνικές πόλεις-κράτη.

Ο Ησίοδος αναφέρει μεθόδους υπολογισμού του έτους βασισμένες στην παρατήρηση λαμπρών άστρων. Στο έπος του «Έργα και Ημέραι» αναφέρει ως χρόνο αμητού (θερισμού) την περίοδο που το ανοικτό σμήνος των Πλειάδων ήταν ορατό με γυμνό μάτι λίγο πριν την αυγή, ενώ ως χρόνο οργώματος την περίοδο λίγο μετά την παροδική εξαφάνιση των Πλειάδων, των Υάδων και του αστερισμού του Ωρίωνα από τον ουρανό (Έργα και Ημέραι , 383-384, 614-616).

Επίσης, ο Ησίοδος συμβουλεύει τους γεωργούς να αλωνίζουν τα στάχυα όταν πρωτοεμφανίζεται ο Ωρίωνας, ένας αστερισμός που πολλοί αρχαίοι συγγραφείς θεωρούσαν ως ημερολογιακό δείκτη. Αυτό βασιζόταν στο γεγονός ότι η ανατολή του κατά τις πρωινές ώρες συνέπιπτε με την αρχή του καλοκαιριού, ενώ η ανατολή του τα μεσάνυχτα συνέπιπτε με την αρχή της συγκομιδής των σταφυλιών. Τέλος, η ανατολή του κατά τις απογευματινές ώρες υποδείκνυε ότι πλησίαζε η ψυχρή εποχή του χειμώνα.

Ο Ιπποκράτης αναφέρει τις Πλειάδες και είχε επισημάνει το ότι διαιρούσαν το έτος σε τέσσερις εποχές, που βέβαια σχετίζονταν με τη θέση του ωραίου αυτού ανοικτού σμήνους στον ουρανό. Το καλοκαίρι άρχιζε με την εμφάνιση των Πλειάδων και διαρκούσε μέχρι την ανατολή του Αρκτούρου, του λαμπρότερου άστρου του αστερισμού του Βοώτη. Το φθινόπωρο διαρκούσε μέχρι την «εσπερία δύση» των Πλειάδων, ενώ τότε ακριβώς άρχιζε ο χειμώνας, που τελείωνε την εαρινή ισημερία. Κατόπιν, άρχιζε η εποχή της άνοιξης που διαρκούσε μέχρι την ανατολή των Πλειάδων.

Ο λαός για τον προσδιορισμό των εποχών του έτους χρησιμοποιούσε ένα πλήθος

φαινομένων που παρατηρούσε στη φύση. Ο Ησίοδος αναφέρει πολλά από αυτά. Όπως

τις κραυγές των αποδημητικών γερανών, οι οποίοι προανάγγελλαν τόσο την περίοδο

του οργώματος, όσο και την έναρξη της εποχής της σποράς, την αναρρίχηση των σαλιγκαριών στα φυτά, η οποία έδειχνε το τέλος του σκαψίματος των αμπελώνων κ.ά.

Αυτή η ταυτόχρονη χρησιμοποίηση πολιτικών και «φυσικών» ημερολογίων είναι χαρακτηριστικός τρόπος υπολογισμού του χρόνου από τους αρχαίους Έλληνες. Κατά τους κλασικούς χρόνους και μετέπειτα, οι μήνες, οι ονομασίες των οποίων σχετίζονταν με τις γιορτές προς τιμήν των ελληνικών θεοτήτων και βασίζονταν στον συνοδικό σεληνιακό μήνα, άρχιζαν από τη στιγμή που πραγματοποιείτο η φάση της νέας Σελήνης. Στην αρχαία Ελλάδα, όπως είναι σήμερα γνωστό, δεν υπήρχε ενιαίο ημερολόγιο. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κατά τόπους διάφορα ημερολόγια, όπως το αττικό (αθηναϊκό), των Λακεδαιμονίων, των Βοιωτών, των Δελφών, της Δήλου, της Κρήτης, των Μακεδόνων, των Κυπρίων κ.ά.

Τα ημερολόγια αυτά δεν συμφωνούσαν γενικά μεταξύ τους, επομένως δεν συμφωνούσαν ούτε τα εορτολόγια των αρχαίων Ελλήνων.

Το αττικό έτος άρχιζε την πρώτη νουμηνία (νέα Σελήνη), μετά το θερινό ηλιοστάσιο, των Λακεδαιμονίων κατά τη φθινοπωρινή ισημερία, ενώ το Αιτωλικό άρχιζε το χειμερινό ηλιοστάσιο.

Το πιο αξιόλογο και λεπτομερές ήταν το αρχαίο αττικό ή αθηναϊκό ημερολόγιο,

το οποίο και θα μελετήσουμε αναλυτικότερα. Δεν θα παραβλέψουμε όμως τις γιορτές και τους μήνες των άλλων ελληνικών πόλεων, τους οποίους —εκτός από τον συγκεντρωτικό πίνακα που δίνουμε— θα τους μελετήσουμε λεπτομερώς είτε στους αντίστοιχους αττικούς μήνες, για όσους έχουν κάποια σχέση μ’ αυτούς, είτε στο τέλος των ελληνικών μηνολογίων κατ’ αλφαβητική σειρά.

Ας δούμε πρώτο απ’ όλα το αρχαίο αττικό ή αθηναϊκό ημερολόγιο.



ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΕΙΧΑΝ ΥΙΟΘΕΤΗΣΕΙ ένα σεληνιακό ημερολόγιο που υπολόγιζε

ότι η διάρκεια του έτους ήταν ίση με 354 ημέρες. Το έτος αυτό διαιρείτο σε 12 σεληνιακούς μήνες των 29,5 κατά μέσον όρο ημερών. Επειδή όμως οι μήνες έπρεπε να έχουν ακέραιο αριθμό ημερών, οι Αθηναίοι θεωρούσαν ότι περιλάμβαναν εναλλάξ 30 ημέρες (πλήρης μήνας) και 29 ημέρες (κοίλος μήνας). Έτσι, συμπληρωνόταν το άθροισμα των 354 ημερών (6Χ30+6Χ29 = 354 ημέρες).

Τα ονόματα των δώδεκα μηνών του πολιτικού έτους των αρχαίων Αθηναίων —και

η κατά προσέγγιση αντιστοιχία τους με τις περιόδους του σημερινού Γρηγοριανού

ημερολογίου— είναι τα εξής:







Οι ονομασίες των μηνών αυτών, όπως θα δούμε στη συνέχεια, βρίσκονταν σε άμεσο συσχετισμό με αντίστοιχες γιορτές που γιορτάζονταν κατά τη διάρκειά τους.

Παράσταση του αθηναϊκού αυτού λειτουργικού μηνολογίου διασώθηκε στη ζωφόρο που βρίσκεται εντοιχισμένη στον μικρό βυζαντινό ναό του Αγίου Ελευθερίου της Αθήνας. Ο ναός αυτός, γνωστός και ως Παναγία η Γοργοεπήκοος, ορθώνεται πλάι στη Μητρόπολη της Αθήνας και κτίστηκε από τη Βυζαντινή αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία (775-802 μ.Χ.).

Το υπέροχο αυτό γλυπτό ημερολόγιο, με αστρονομικές παραστάσεις και τον ζωδιακό κύκλο, χρονολογείται πιθανώς από τον 4ο π.Χ. αιώνα.

Το ανάγλυφο αυτό διαιρείται σε 12 τμήματα, όσοι ήταν, δηλαδή, και οι αθηναϊκοί μήνες. Στην αρχή κάθε τμήματος υπάρχει ένας άνθρωπος ντυμένος ανάλογα με την εποχή, ενώ κάθε τμήμα τελειώνει με το αντίστοιχο ζωδιακό σύμβολο.

Ενδιάμεσα υπάρχουν παραστάσεις που έχουν σχέση με τις γεωργικές ασχολίες ή

τις γιορτές του μήνα.

Αρχαιολόγοι-μελετητές διαιρούν το λειτουργικό αυτό μηνολόγιο σε πέντε εποχές:

στο Μετόπωρον (μετά δηλαδή τις οπώρες) με έναν μόνο μήνα, τον Πυανεψιώνα, στον χειμώνα, την άνοιξη και το καλοκαίρι· κάθε μία εποχή με τρεις μήνες, και τέλος στο φθινόπωρο με δύο μήνες, τον Μεταγειτνιώνα και τον Βοηδρομιώνα.

Οι πέντε αυτές εποχές υποδηλώνονται με ισάριθμες ανάγλυφες μορφές, η κάθε

μία από τις οποίες δείχνει και υπαινίσσεται τη φύση της αντίστοιχης εποχής.




http://www.e-istoria.com/2.htm


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου