Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

~ * Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ - ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ * ~







Ο Προφήτης που κοιτάζει
µε τα µάτια του Οραµά του
κι ο Προφήτης που κηρύττει
µε του Αύριο το στόµα,
κι από ποιά πνοή δεν ξέρω
τραβηµένος, πνοή κι εκείνος,
παρατώντας τα δικά του,
τους αϊτούς και τα λιοντάρια,
και τ' απόκρυφα βιβλία,
πήγε κάτου απ' τη µονιά του
κι ήρθε µέσα στους ανθρώπους,
µες στον Τσίρκο τον απέραντο
το µαρµαροστυλωµένο.
Και νά ο Τσίρκος περιµένει
να γιορτάει το γιορτάσι
που γιορτάζει µε το Μάη,
και ξεχείλισε και βουΐζει
µέσα του της Παναγίας
και της αµαρτίας η Πόλη.
Κι ο Προφήτης µες στον Τσίρκο
χτίσµατα και θάµατα είδε,
τέρατα είδε γεννηµένα
µάσ' απ' τα φιλιά των άδειων
και των παραστρατισµένων.
Κι είδε τα είδωλα πανώρια
βάρβαρα κι από τους τόπους
κι απ' τους χρόνους κουρσεµένα.
Και γιοµίζουνε τα πλάτια,
και ξαφνίζουνε τα ύψη
στύλοι, πύργοι, θεοί κι ανθρώποι,
χίλιες µύριες ζωές, που ζούνε
και χαλκές και µαρµαρένιες
και στου ελέφαντα τη χάρη
και στ' ολάκριβο χρυσάφι
και σε κάθε τι που λάµπει
και σκληρό είναι και κρατιέται
ξένο, ασάλευτο, και που είναι
σοφία κι αίνιγµα και τέχνη.




Κι είδε πλούσιο αρχοντολόι
και βαρύ και φαντασµένο
και σαν αλυσοδεµένο
και σοφά βαλτό σε τάξη
γύρω γύρω στο ρηγάρχη
στο θεοδώρητο δεσπότη.
Και µε τ' άσπρα τα σαγιά είδε
και µε τα χρυσά βραχιόλια
και πορφυροβουτηµένους
µάγιστρους και λογοθέτες
και του Παλατιού τους πρώτους.
Και τους χρυσαρµατωµένους
τους κουβικουλάριους είδε,
και ζωστές και ρηγοπούλες,
και σαν άστρα απαλοφέγγαν.
Και τους µαγγλαβίτες είδε
γαύρους µε τ' απελατίκια.
Και σε µια γωνιά αλλού πέρα,
και σαν παραπεταµένους
είδε µια φουχτιά λεβέντες
να πλευρώνουν πεζεµένοι
τ' αστροµέτωπα άλογά τους,
και στα βένετα κοντάρια
ν' ακουµπάν αφαιρεµένα
τα γιγάντικα κορµιά τους.
Και ήταν οι Ακρίτες, και ήταν
σκόρπιοι και παρατηµένοι,
τρίψαλα κι αποµεινάρια,
τα στερνά τα παλληκάρια.
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.





Και δεν είδε να προβάλει,
µέσ' από το Τριµπουνάλι
τ' αεροκρέµαστο, την όψη
τη λειτουργική του ο Ρήγας.
Και τον είδεµε τους µίµους,
και τον είδεµε τους νάνους,
µε του τσίρκου τους παλιάτσους,
µε του τσίρκου τις καρούχες,
µε του τσίρκου τους ηρώους.
Ταίρι και όλων είν' ο Ρήγας,
όλων είναι σταυραδέρφι,
κι αγωνίζεται µαζί τους,
µεθοκόπος, χαροκόπος,
µες στον Τσίρκο τον απέραντο
που γιορτάζει το µεγάλο
τοµαγιάτικο γιορτάσι.
Και τον είδε απάνου στο άρµα
µε του Βένετου το ντύµα
µε του Πράσινου το χρώµα
κι ορθός κι έτοιµος να στέκει
για το τρέξιµο, αφρισµένος.
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.




Και τους Πράσινους τους είδε
και τους Βένετους τους είδε,
και είδε το σκυλί που ξέρει
να υποτάζεται, να γλείφει,
να λυσσάει και να σπαράζει·
το σκυλί το καµωµένο
κι από πίστη κι από δόλο.
Και ξεχειλισµένα τα είδε,
σκαλιά, βάθρα και καµάρες,
θρόνους, δρόµους και σφεντόνες
από τη µπασιά του πλήθους.
Μαυροµάλλινα καµίσια
και µαλλιά κοντοκοµµένα
και στεφάνια βελουδένια
και τριανταφυλλιά γιορντάνια,
και παράξενα τραγούδια
και λουλούδια και µαντήλια,
κι αεροσιένταιµες στα χέρια.
Και πυκνά και λαµπυρίζουν
χεροσκούταρα και λόγχες,
και σαλεύουν και προσµένουν
δήµαρχοι και δήµοι και όχλοι
να χαρούν το πανηγύρι
τ' ανοιξιάτικο το µέγα
µες στον Τσίρκο τον απέραντο.
Κι απ' τα υψώµατα του Τσίρκου
πέρα ολόβαθα καθάρια,
µ' όλα της τα περιγιάλια,
µ' όλα της τ' αραξοβόλια,
µ' όλα της τα γλαυκονήσια
την αγνάντεψε µακριάθε
πρωϊνή, µαγιάτικη, όλη,
κι έξω απ' όλα, απάνω απ' όλα,
και σαν όραµα, τη θεία
θάλασσα, την Αφροδίτη
των γιαλών, την Προποντίδα.
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.




Και τον Πύργο το φωσφόρο
που βιγλάτορας φυλάει,
κι αγναντεύει, και είν' Ακρίτας
και είν' ολόµπροστα, απ' τα ύψη
του βασιλικού αγιασµένου
Παλατιού, τον είδε ξάφνου
–κι ανατρίχιασε ο Προφήτης–
να φλογίζεται, ν' ανάφτει,
τις φωτιές του όλες ν' ανάφτει,

ν' ανεβαίνουν οι φωτιές του,
να τινάζονται, να τρέµουν,
και στον ήλιο να φαντάζουν,
µαύρες γλώσσες να φαντάζουν·
και είναι γλώσσες που µιλάνε,
και είναι γλώσσες που µηνάνε
πως το πάτησε το χώµα
των Ελλήνων, και πως µπήκε
και τραβάει µπροστά και φτάνει
και την Πόλη φοβερίζει
πάντα οχτρός κι από αιώνες,
ο πιστός του Μωχαµέτη,
του Κυρίου θυµός, η µοίρα
και η κατάρα των Ελλήνων.
Στ' άρµατα! Στ' άρµατα! ο Τούρκος!
Και είδε το µαντατοφόρο
Λογοθέτη του πολέµου
κι άκουσε το µήνυµά του:
«Βασιλιά κι αφέντη!  Ανάψαν
όλοι οι Φάροι οι µηνυτάδες,
απ' του Μυσικού του Ολύµπου
τις κορφές ώς εδώ πέρα
στη Χρυσόπολη αποπάνου
στ' άγιου Αξέντιου µπρος τη ράχη.
Νά κι ο Πύργος ο φωσφόρος
απ' το µέγα το Παλάτι!
Μπήκε οχτρός και µας πατάει.
Καρτερούµε, η προσταγή σου.
Κόφτε τη γιορτή, τον τσίρκο
κλείστε, τ' άρµατα κρεµάστε
τα βασιλικά στην πόρτα
της Χαλκής, σπαθί, σκουτάρι,
και λουρίκι, του πολέµου
δος το µήνυµα, ρηγάρχη!
Στ' άρµατα! Στ' άρµατα! ο Τούρκος!»

Κι αποκρίθηκε απόκοτα ο ρηγάρχης˙
«Λογοθέτη λούφαξε κιοτή,
τίποτε δε δύνεται να κλείσει
την ορµή µου, τη χαρά µου, τη γιορτή.

Θέλω ως άρχισα το δρόµο να τον τρέξω
πέρα ώς πέρα αρµατηλάτης νικητής˙
τη χρυσή την αλυσίδα ποιός θα κόψει
της ορµής µου, της χαράς µου, της γιορτής;

Μήτε Τούρκος, µήτε δαίµονας θα φτάσει
µήτε πόλεµος, µήδε σεισµός κανείς·
του πολέµου εδώ είν' οι κάµποι, αγωνιστάδες
της ορµής µου, της χαράς µου, της γιορτής.

Σκάφτουν τ' άλογα το χώµα και τ' αµάξια
βογγοτρίζουν ζωντανά˙
και ο λαός µου καρτεράει να στεφανώσει
της γιορτής µου την ορµή και τη χαρά.

Του πολέµου τις φωτιές σβήστε τις όλες,
και συντρίφτε κάθε φάρο ενοχλητή,
και γκρεµίστε όλους τους Πύργους τους φωσφόρους.
Μόνα ορθά, η χαρά κι η ορµή µου και η γιορτή.

Εµπρός τ' άρµατα κι εµπρός οι αρµατοδρόµοι,
κι ετοιµάστε το γλυκόπιοτο κρασί,
κι αλαλάζοντας, λαοί µου, υµνολογείστε
της γιορτής µου τη χαρά και την ορµή!»


Κι έσβησε η φωτιά η µηνύτρα,
και γκαπ! γκοπ! ρηµάδι ο Πύργος
κι αντιβρόντησε κι ο Τσίρκος
και οι καρούχες ξεκινήσαν,
και µπροστά κι απ' όλους πρώτος
και ροδοστεφανωµένος
ο ρηγάρχης ο µονάρχης
για τη νίκη αρµατοδρόµος.
Και αργοαπλώθη στον αέρα
και τον άκουσε ο Προφήτης
τον πασίχαρο τον ύµνο
κι απ' του Πράσινου το στόµα
κι απ' του Βένετου το στόµα.







ΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΒΕΝΕΤΟΙ

Κοίτα την Άνοιξη και πάλε
όµορφα που ροδοχαράζει!
Χαρά και υγεία κι ευτυχία
του κόσµου φέρνει, αντραγαθίες
θεοδώρητες και νίκες δίνει
του Βασιλιά σου, Ρωµιοσύνη!

Γιοµάτη από τη ζωγραφιά σου
κι η Ανατολή, µεστή και η Δύση,
χάρηκε ο Δούναβης µ' εσένα,
και σε λαχτάρισε και ο Κύδνος˙
κι εγώ µονάχα από τη φήµη
κι από το λόγο σε γνωρίζω.
Μην είσαι αδικητής, και στάσου
για να χορτάσω την ειδή σου
την οµορφιά σου ν' απολάψω.

Καρτέραµε, πια οχτρούς δεν έχεις,
σκλάβοι σου οι βάρβαροι απ' τη Δύση,
κι απ' την Ανατολή τα έθνη.
Στάσου τα πόδια σου να πλύνω,
στάσου να νίψω σου τα χέρια,
στάσου τη σάρκα σου να λούσω.
Κι είναι πανώρια σου τα πόδια,
τα χέρια σου είναι µατωµένα,
κι έπαθε η σάρκα σου για µένα.

Είµαι όµορφη, κι εξουσιάζω
τις χώρες όλες, ωραίος είσαι
κι από τα Κράτη απάνω στέκεις.
Έλα τις δυο τις οµορφιές µας
ταιριάζοντας να τις χαρούµε.
Πόλη δε θά' βρεις από µένα
λαµπρότερη στην Οικουµένη,
άλλο δε θά' βρω στη ζωή µου
ρήγα λαµπρότερο από σένα.
Με βάφτισες τη νέα σου Ρώµη
σε θάλασσες αγαθοσύνης,
σε βρύσες µ' έλουσες τροπαίων,
ρόγες και κούρσα χόρτασές µε,
απάνου απ' το κεφάλι µου όλες
µού ανέβασες εσύ τις νίκες.
Ο Σκύθης σκύβει οµπρός µου, ο Πέρσης
λυγίζεται και προσκυνάµε.

Το σιδεροπουκάµισό σου
και τη στολή της µάχης βγάλ' τα,
ντύσου το φόρεµα που πρέπει
του νικητή, το σκαραµάγκι
το ροδαρό, µε τ' ατλαζένια
τ' ανθόκλαδα και τα διαµάντια.
Ξεκαβαλίκεψε, ήλιε Ρήγα,
ν' αναπαυτεί και τ' άλογό σου,
στην Πόλη σου δος το το φως σου,
σύµµετρα µοίρασε το φως σου,
µην τυφλωθούµε από το φως σου!

*
Κι ο ύµνος ο βενετοπράσινος
πριν καλά να ξεψυχίσει,
ξέσπασε άλλος µαύρος ύµνος,
από τη γωνιά, αλλού πέρα,
καθώς πάει και σπάει το κύµα,
το παιδί της τρικυµίας.
Και δεν ήταν ύµνος, ήταν
µοιρολόι κι ήταν κατάρα·
κι η κατάρα απ' τους Ακρίτες.
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.









ΟΙ ΑΚΡΙΤΕΣ

Δίχως αυτιά και δίχως µάτια,
κολάκων όχλοι, αλιά σ' εσάς!
Πλάνταξε στόµα που παινεύεις
και πόδι που χοροπηδάς.

Μεθύσι ανάξιο σέρνει τα όλα
στα θέατρα και στα καπηλιά,
την παλλακίδα Πολιτεία,
το γλεντοκόπο Βασιλιά.

Και µπλέκονται µέσα στα γκέµια
του κορωνάτου του αµαξά
και πέφτουν τ' ακριβά και τ' άγια.
Πλακώνει, πλάκωσ' η Αραπιά!

Μας έζωσε ο Καραµανίτης,
του κόσµου ο ξεθεµελιωτής,
και των εθνών ο καταλύτης
και της Ασίας ο νικητής.

Κι οι Ακρίτες µπαίγνια των παλιάτσων,
και ψωριασµένα απορριχτά
τ' αργυροκάµωτα κοντάρια,
τα χρυσοσέλλωτα φαριά.

Του Ακρίτα πύρινα ξεφτέρια,
από τον Ταύρο ώς τα νησιά,
σβήσαν οι Φάροι αράδα αράδα
κι απ' τα στενά κι απ' τα βουνά.

Ένας κοντά απ' τον άλλο σβήσαν,
στρατιώτες, βάρδιες, µηνυτές,
δρακόντοι κράχτες του πολέµου
άγρυπνοι οι φάροι και οι φωτιές.

Κι όλα τα χέρια είναι παρµένα,
κι όλα τα µάτια είναι κλειστά·
στερνή φωτιά άναψε· τη σβήνει
το πρόστασµά σου, βασιλιά!

Κι οι Νικηφόροι αυτοκρατόροι
κι οι Τσιµισκήδες οι γοργοί
και οι κένταυροι Βουργαροφάγοι
καπνοί και σύγνεφα και αφροί.

Και νά! λαγόκαρδοι αφεντάδες
και θηλυκοί και οκνοί και αργοί!
Στον Τσίρκο µέσα οι χαροκόποι,
και στο ναό οι πορνοβοσκοί!

Τον πόλεµο που ξάφνου ανάφτει
ξολοθρευτής και λυτρωτής
πια δε µηνάνε κρεµασµένα
στην πόρτα απάνου της Χαλκής,

πια δεν κρεµιένται σαν και πρώτα
και δε βροντάν αστραφτερά
Σπαθί, Σκουτάρι και Λουρίκι,
τα όπλα τα βασιλικά.

Και στα περίγυρα του Ευφράτη
ωιµέ, στεφάνι της αντρειάς,
ωιµέ της τόλµης το κεφάλι,
το ρόδο της Καππαδοκιάς!

Ο µέγας Διγενής ο Ακρίτας
στα ξέστρωτα, τα σκοτεινά
σφαλίστηκε απ' το Χάρο, πάει
της Ρωµιοσύνης η καρδιά!

Πάει, που τον είχες, Ρωµιοσύνη,
κι απ' τα θρονιά τα ρηγικά
πιο απάνου, απάνου απ' τα παλάτια,
στους βασιλιάδες βασιλιά.

Και πάει κι ο Πύργος του υψωµένος
πέρα στου Ευφράτη τα νερά,
της Ρωµιοσύνης η κορώνα
και η σκέπη και η φεγγοβολιά.

Κάτου τετράγωνος ο Πύργος,
απάνου οχτάγωνος χτιστός,
Πύργος γιοµάτος πολεµιστρες,
Πύργος παράθυρα µεστός.

Κι έβλεπε προς τη Βαβυλώνα
κι αγνάντευε όλη τη Συριά
και είχε κορφή που δεν της λυώνει
φέγγος το χιόνι από µακριά.

Ταύροι και Αντίταυροι µπροστά του
και Λίβανοι γονατιστοί,
µε τα Βαγδάτια τους καλίφες
και µε τα κάστρα τους Ταρσοί.

Κι εµείς οι Ακρίτες σου κι οι Ακρίτες,
φουρτούνες του θυµού σου εµείς,
ξαφνίσµατα κι άδεια στολίδια
µιας φαύλης άµοιαστης γιορτής.

Κι εµείς οι Ακρίτες του κι οι Ακρίτες,
άθλια συρµένοι, ω τι ντροπή!
πορτοφυλάκοι ανάξιου ρήγα,
σαν απ' οχτρόν εκδικητή.

Παιδιών περίγελα και µπαίγνια!
Που είστε, ποτάµια, λαγκαδιές,
χωσιές και κούρσα και σεφέρια,
κλεισούρες, άκρες και κορφές!

Πάει κι ο στερνός ο Φάρος πάει,
φώτα και µάτια όλα σβηστά,
χύθηκε η νύχτα. Αφορισµένοι!
Πλακώνει, πλάκωσε η Τουρκιά!








Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ

Μες στις παινεµένες χώρες, Χώρα
παινεµένη, θά'ρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις, κι από σέν' απάνου η Φήµη
το στερνό το σάλπισµά της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσµα σου συντρίµι.
Θά' ρθει κι η ώρα· εσένα ήταν ο δρόµος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόµο του ήλιου· γέρνεις· όµως
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.

Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από µάισσες φυτρωµένα µε γητειές·
πιο αλαφρά του περασµού σου τα σηµάδια
κι από τις δροσοσταλαµατιές·
θα σε κλαίν' τα κλαψοπούλια στ' αχνά βράδια
και σταµνήµατα οι κλωνόγυρτες ιτιές.
Και την έκοβε του οχτρού σου την ορµή
της χυτής σου της φωτιάς το θάµα˙
και στο κάστρο σου σπρωγµέν' η Ανατολή
λυσσοµάναε µε τη Δύση αντάµα.
Και κρατούσες των αρµάτων την πληµµύρα,
κι ορθός κι άσειστος της δύναµής σου ο κάβος˙
λυγισµένοι οµπρός σου
νά κι ο Τούρκος, νά κι ο Φράγκος, νά κι ο Σλάβος.
Στη χυτή σου τη φωτιά, ω! τι µοίρα!
καιρούς κι αιώνες έκαιες τον οχτρό σου˙
στη χυτή σου τη φωτιά, ω! τι µοιρα!
µόνη σου θα πέσεις να καείς,
τρισαπελπισµένη της ζωής.

Και χορό τριγύρω σου θα στήσουν
µε βιολιά και µε ζουρνάδες
γύφτοι, οβραίοι, αράπηδες, πασάδες,
και τα γόνατα οι τρανοί σου θα λυγίσουν,
και θα γίνουν των ραγιάδων οι ραγιάδες
και τ' αγόρια σου τ' αγνά θα τα µολέψουν
µετ' αγκάλιασµά τους οι σουλτάνοι,
και τα λείψανά σου θα τα κλέψουν
οι ζητιάνοι.

Χώρα τρισκατάρατη, απ' τα ύψη
σε ποια βύθη, χώρα αµαρτωλή!
Και κανένας να σου δώσει δε θα σκύψει
του θανάτου το στερνό φιλί.

Και το πέσιµό σου θα βροντήξει
κι ένα µοιρολόι σου θα ουρλιάσει,
και το µοιρολόι σου θα το πνίξει
από πάνω σου αλαλάζοντας µια πλάση.

Μια καινούργια πλάση, µια γεννήτρα
θα φουντώσει απ' τα χαλάσµατά σου,
κάθε δύναµης και χάρης σου απαρνήτρα,
διαλαλήτρα µοναχά της ασκηµιάς σου.
Πλάση αταίριαστη µ' εσέ και ξένη,
κι ας την έχεις µε το γάλα σου ποτίσει˙
την πατάει τη στέρφα γη σου και διαβαίνει,
κι όπου πάτησε αναβρύζει και µια βρύση.

Κι η Ψυχή σου, ω Πολιτεία,
κολασµένη από την αµαρτία,
νεκρή αφήνοντας εσένα
θα πλανιέται κυνηγώντας άλλη γέννα.
Σάµπως νά ειναι πουληµένη σε δαιµόνους,
θα σπαράζει και θα πλέει µες στα σκοτάδια,
και ίσκιος θα είναι µέσα στ' άδεια,
µες στην άβυσσο µια βάρκα·
κι ο ίσκιος ύστερα θα παίρνει σάρκα
κι η βάρκα ύστερα θα φτάνει
σε ξεσκέπαστο ανεµόδαρτο λιµάνι.
Και θα ζεις ξανά στους τόπους και στους χρόνους
και στις ιστορίες των εθνών
και στους κύκλους των αιώνων
θα µαυρολογάς, των ξεπεσµών
ω Ψυχή, και των αδόξαστων αγώνων.
Κι η Ψυχή σου, Πολιτεία καταραµένη,
δε θα βρει ν' αναπαυτεί·
του Κακού τη σκάλα από σκαλί
σε σκαλί θα τήνε κατεβαίνει,
κι όπου πάει κι όπου σταθεί,
σε κορµί χειρότερο θα µπαίνει.

Και θα ρθει µια µέρα, µαύρη µέρα!
Και η ψυχή σου, ω Πολιτεία,
θα κατασταλάξει πέρα, πέρα
στην καµαρωµένη Γη,
στου ήλιου τη χαρά, στ' Απρίλη τον αέρα.
Και στο φως θα βγει,
και ξαφνίζοντας τον ήλιο,
σα θρεµµένο απ' το δικό σου αίµα,
ένα γέλιο, ένα παράλλαµα, ένα ψέµα,
ένα κλάµα, ένα Β Α Σ Ι Λ Ε Ι Ο.

Ο δικέφαλος αητός σου νά!µακριά
µακριά πέταξε µετ' άξια και µετ'άγια
και θα ισκιώσουν τα τετράπλατα φτερά
λαούς άλλους, κορφές άλλες, άλλα πλάγια.
Προς τη Δύση και προς το Βοριά
την κορώνα φέρνει, και κρατά
–και τα νύχια του είν' αρπάγια–
και τη δόξα και τη δύναµη κρατά˙
και το γέλιο, και το ψέµα το Βασίλειο
που γεννήθηκε από σένα µες στον ήλιο,
κοίτα, Θεέ! θα σέρνεται µπροστά
σα µπαλσαµωµένη κουκουβάγια.
Μ' όλα σου θα ζει τα χαµηλά,
µε καµιά σου δε θα ζει µεγαλοσύνη,
κι οι προφήτες που θα προσκυνά,
νάνοι και αρλεκίνοι.
Και σοφοί του και κριτάδες
του άδειου λόγου οι τροπαιούχοι,
καΙ διαφεντευτάδες
κυβερνήτες του οι ευνούχοι.

Και θα φύγεις κι απ' το σάπιο το κορµί,
ω Ψυχή παραδαρµένη από το κρίµα,
και δε θά' βρει το κορµί µια σπιθαµή
µες στη γη για να την κάµει µνήµα,
κι άθαφτο θαµείνει το ψοφίµι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός µέσα στους γύρους του τη µνήµη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.

Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξηµερώσει µιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωµός,
ω Ψυχή παραδαρµένη από το κρίµα!
Και θ' ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γθυθείς της αµαρτίας το ντύµα,
και ξανά κυβερνηµένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο το γυναίκειο, σαν το κύµα,
και µην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα, –
για τ' ανέβασµα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα µεγάλα!


http://heltios-ctpala.blogspot.gr/2010/09/blog-post_2909.html






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου